Παρασκευή, 17 Νοεμβρίου 2017

Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΠΛΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ ΣΤΙΣ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973




Η ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΙΑΣ ΔΙΠΛΗΣ ΔΟΛΟΦΟΝΙΑΣ 
ΣΤΙΣ 17 ΝΟΕΜΒΡΗ 1973

Μάρκος Καραμανής - Αλέξανδρος Σπαρτίδης:

Πώς δολοφονήθηκαν από τον ίδιο έφεδρο ανθυπολοχαγό στο Πολυτεχνείο

Το πρωί του Σαββάτου της 17ης Νοέμβρη, ο Μάρκος Καραμανής και ο Χρήστος Μηλιαράκης κυνηγημένοι από τους στρατιώτες και την Αστυνομία της Χούντας βρίσκουν καταφύγιο σε μια πολυκατοικία της πλατείας Αιγύπτου. Ανεβαίνουν στην ταράτσα και δέχονται πυρά. Ο Καραμανής πέφτει νεκρός.
Τι είχε συμβεί; Ο Μάρκος Καραμανής μαζί με τον αδελφό του Μανώλη ήταν την προηγούμενη τραγική νύχτα στο Πολυτεχνείο, όταν το άρμα μάχης έριξε την πύλη μετατρέποντας το Ίδρυμα και την γύρω περιοχή σε πεδίο μάχης με νεκρούς και δεκάδες τραυματίες. Το πρωί της 17ης Νοέμβρη, μαζί με  τον ξάδελφό του Χρήστο Μηλιαράκη, ο Μάρκος προσπάθησε να ξαναπάει στο Πολυτεχνείο. Το Ίδρυμα είχε αποκλειστεί όμως από τον στρατό και την αστυνομία, που τους κυνήγησαν. Τα δύο ξαδέλφια κατέφυγαν στην πολυκατοικία της οδού Αιγύπτου 1, στην διασταύρωση της Πατησίων με τη Λεωφόρο Αλεξανδρας, όπου ο θυρωρός ήταν συγγενής τους. Θέλοντας να δουν τι συμβαίνει στην περιοχή, ανέβηκαν στην ταράτσα στον 6ο όροφο. Ήταν άοπλοι και ακίνδυνοι.
Για κακή τους τύχη, στο παλιό κτίριο του ΟΤΕ επί της Πατησίων η Χούντα είχε τοποθετήσει 50 άνδρες του 572ου Τάγματος Πεζικού (διοικητής ο Λοχαγός Αναστάσιος Αναστασίου). Μαζί με αυτούς, εκτελούσε υπηρεσία ο έφεδρος ανθυπολογαγός (ΠΖ) Ιωάννης Λυμπέρης ο οποίος στάλθηκε από τον 951 Λόχο της ΕΣΑ. Ο Λοχαγός ανέθεσε στον Λυμπέρη την ευθύνη του 5ου και της ταράτσας του 6ου ορόφου. Ο Λυμπέρης βρέθηκε στην ταράτσα του κτιρίου του ΟΤΕ μαζί με μερικούς στρατιώτες, την ώρα που ο Καραμανής και ο Μηλιαράκης βγήκαν στην ταράτσα της πολυκατοικίας απέναντι. Χωρίς ενδοιασμό και παρότι έβλεπε ότι ήταν άοπλοι, ο δόκιμος ανθυπολοχαγός πήρε ένα όπλο M1 από τα χέρια ενός φαντάρου και άρχισε να ρίχνει κατά των δύο νέων.
Το τραγικό γεγονός περιγράφει γλαφυρά στην ένορκη κατάθεσή του ο υπάλληλος του ΟΤΕ, Νίκος Χατζηχριστοφής ο οποίος βρισκόταν στον 10ο όροφο του νέου κτιρίου του Οργανισμού στην 3η Σεπτεμβρίου και ήταν αυτόπτης μάρτυρας:
«Είδα έναν αξιωματικό να προσπαθεί να πάρει από το χέρι ενός φαντάρου που στεκόταν δίπλα του, το όπλο που κρατούσε. Αφού του το άρπαξε, το έστησε στο στηθαίο, σκόπευσε προς την πολυκατοικία που βρίσκεται στη γωνία Πατησίων και Αιγύπτου, και έριξε μια φορά. Στην ταράτσα αυτής της πολυκατοικίας βρίσκονταν δύο παιδιά, που κοίταζαν προς την Πατησίων. Η ταράτσα είχε κάγκελα από ύψος 30 περίπου εκατοστών, πράγμα που επέτρεπε να βλέπουμε τα παιδιά εντελώς καθαρά. Η σφαίρα που έριξε ο αξιωματικός χτύπησε στην πίσω μεριά της ταράτσας, όπως κατάλαβα από τη σκόνη που σήκωσε. Τα παιδιά τρόμαξαν και τραβήχτηκαν χωρίς να ξέρουν από πού τους πυροβολούν. Ο αξιωματικός τους έριξε και πάλι, δεν θυμάμαι αν τους έριξε συνολικά τέσσερις φορές ή τρεις. Τα παιδιά έτρεξαν στη μεσοτοιχία και κοίταζαν προς τα εκεί, τα πυροβόλησε πάλι και αυτά έπεσαν μπρούμυτα δίπλα στο πεζούλι, το οποίο λόγω μικρού ύψους (30 περίπου εκατοστά) τα έκρυβε, αλλά όχι εντελώς. Διέκρινα ότι ο ένας φορούσε κόκκινη μπλούζα. Ακριβώς αυτός προσπάθησε να σηκωθεί και τότε ο αξιωματικός τον πυροβόλησε και φάνηκε ότι τον πέτυχε».
Ο νεαρός με την κόκκινη μπλούζα ήταν ο Μάρκος Καραμανής. Ο 23χρονος ηλεκτρολόγος τραυματίστηκε θανάσιμα, στις 10.30΄ το πρωί της 17ης Νοεμβρίου 1973. Μεταφέρθηκε στην κλινική Παντάνασσα (πλατεία Βικτωρίας), όπου διαπιστώθηκε ο θάνατός του.
Στη δήλωση του προϊσταμένου της Ιατροδικαστικής Υπηρεσίας Αθηνών Δημητρίου Καψάσκη, το βράδυ της 18ης Νοεμβρίου 1973, αναφέρεται ότι ο Μάρκος Καραμανής «εφονεύθη από αδέσποτη σφαίρα, ευρισκόμενος εις ταράτσαν οικίας επί της διασταυρώσεως των Λεωφ. Αλεξάνδρας και Πατησίων».
Η κηδεία του έγινε στο Γ΄ Νεκροταφείο. Επτά μήνες αργότερα η γυναίκα του γέννησε ένα αγοράκι.
Ο ξάδελφός του Μάρκου Καραμανή και αυτός τραυματίστηκε στο κεφάλι, αλλά διασώθηκε τρέχοντας προς το κλιμακοστάσιο.

Το δεύτερο θύμα: O 16χρονος Αλέξανδρος Σπαρτίδης

Ο ανθυπολοχαγός Λυμπέρης δεν πτοήθηκε από το γεγονός ότι ο ένας από τους δύο άοπλους νεαρούς ήταν νεκρός. Είδε στο δρόμο ένα 16χρονο παιδί να περπατάει, έστρεψε το όπλο του και πυροβόλησε ξανά. Αυτή τη φορά, σκότωσε τον μαθητή Αλέξανδρο Σπαρτίδη.
Στην κατάθεσή του ο  Νίκος Χατζηχριστοφής, περιγράφει και αυτό το γεγονός παρότι δεν ήταν σίγουρος ποιον πέτυχε ο έφεδρος. «Ο αξιωματικός γύρισε προς την οδό Κότσικα, σκόπευσε και πυροβόλησε ξανά. Δεν ξέρω αν πέτυχε κάποιον ή όχι. Είδα όμως να σκοπεύει και να ρίχνει σε μια κοπέλα που βγήκε στην μπαλκονόπορτα. Δεν την πέτυχε και εκείνη βιάστηκε να κλείσει το παράθυρο και να μπει μέσα. Κατόπιν ο ίδιος αξιωματικός άρχισε να ρίχνει με το πιστόλι του προς τον δρόμο, χωρίς να βλέπω ποιους χτυπάει», λέει.
Όμως, το περιστατικό επιβεβαιώνει στην κατάθεσή του και ο Μανώλης Μαρουφίδης, που ήταν υπάλληλος του ΟΤΕ και βρισκόταν στο σημείο.  «Ο αξιωματικός αυτός πυροβολούσε οποιονδήποτε τολμούσε να εμφανιστεί στο οπτικό του πεδίο» είπε ο κ.Μαρουφίδης  και τόνισε: «Μετά κάθισε και άναψε τσιγάρο. Εκείνη τη στιγμή μπόρεσα να διακρίνω τα διακριτικά του, ήταν δόκιμος αξιωματικός».
Για τον άτυχο 16χρονο Αλέξανδρος Σπαρτίδης έκλαψε τότε η Λεόντειος και στην κηδεία του όπου παρά το γεγονός ότι ήταν απαγορευμένη προσήλθαν κάποιοι συμμαθητές του που τον συνόδευσαν στο ύστατο χαίρε. Την επόμενη της κηδείας πήγε η Ασφάλεια στο σχολείο και ζήτησε τα απουσιολόγια. Ο Λυκειάρχης, ο αείμνηστος Γ. Καλαματιανός, αρνήθηκε να τα δώσει και ανέλαβε την ευθύνη λέγοντας ότι όλοι οι μαθητές ήταν παρόντες.... Κάπως έτσι γράφεται η ιστορία.... Για το λόγο αυτό οι απόφοιτοι του σχολείου είναι περήφανοι για το σχολείο τους καθώς όλοι θυμούντε το τεθωρακισμένο με τους οπλισμένους μαυροσκούφηδες που είχε εγκατασταθεί έξω από το σχολείο τους για κάποιες βδομάδες ...


25 χρόνια φυλακή στον Λυμπέρη

Μετά την πτώση της Χούντας, η υπόθεση της διπλής δολοφονίας του Μάρκου Καραμανή και του Αλέξανδρου Σπαρτίδη από τον έφεδρο ανθυπολοχαγό Ιωάννη Λυμπέρη εκδικάστηκε στον Πενταμελές Εφετείο Αθηνών. Στις 30 Δεκεμβρίου του 1975, το Εφετείο καταδίκασε τον ανθυπολοχαγό σε 20 χρόνια για την δολοφονία του Μάρκου Καραμανή, 20 χρόνια για τη δολοφονία του Αλέξανδρου Σπαρτίδη και 12 χρόνια για την απόπειρα κατά του Μηλιαράκη.
Αυτό ήταν το σκεπτικό της απόφασής του:
«Κατά την 10ην πρωινήν ώραν διήρχοντο άρματα μάχης εκ της οδού Πατησίων και οι υπάλληλοι του ΟΤΕ, οι οποίοι ειργάζοντο εις το νέον κτίριον, έσπευσαν εις τα παράθυρα να ίδουν τα άρματα. Τότε είδον, όπως κατέθεσαν επ’ ακροατηρίου οι μάρτυρες Παν. Ασδεράκης, Εμ. Μαρουφίδης, Ιωάννης Χατζηχριστοφής και Αλ. Βερνάρδος, ότι εις την ταράτσαν του κτιρίου της οδού Πατησίων (του OΤΕ) είχον ακροβολισθή τρεις έως τέσσερις στρατιώται και επί κεφαλής των ήτο ένας νεαρός αξιωματικός με κράνος, υψηλός, και μελαχροινός με στολήν εκστρατείας, ο οποίος με το περίστροφον εις το χέρι και επί του τοιχείου της ταράτσας επυροβόλει προς τα κάτω. Τούτο συνέβη περί την 10ην πρωινήν του Σαββάτου, 17/11/1973. Κατά την ώραν εκείνην ουδεμία διαδήλωσις εγένετο. Μετ’ ολίγον ενεφανίσθησαν εις την ταράτσαν μιας πολυκατοικίας, επί της συμβολής των οδών Πατησίων και Αιγύπτου δύο νεαρά άτομα, μόλις δε είδε ταύτα ο εν λόγω αξιωματικός ήρπασε το τυφέκιον ενός στρατιώτου, ο οποίος ήτο παραπλεύρως του, εσκόπευσε και επυροβόλησε τρις προς την ταράτσαν της πολυκατοικίας ένθα ήσαν τα νεαρά άτομα. Η πρώτη βολή ηστόχησεν, η δεύτερη έπληξε τον έναν νεαρόν, ο οποίος έπεσε χαμαί, και η τρίτη έπληξε τον άλλον νεαρόν, ο οποίος παραπάτησε ολίγον ως μεθυσμένος και έφυγεν(...)
Εις το πρόσωπον του κατηγορουμένου Ιωάννου Λυμπέρη ανεγνώρισαν άπαντες κατά την επ’ ακροατηρίου εξέτασίν των, τον πυροβολήσαντα αξιωματικόν. Περί του γεγονότος ότι επυροβόλησεν ο κατηγορούμενος Λυμπέρης κατέθεσαν και ο Παν. Δούκας, τότε έφεδρος επιλοχίας και υπηρετών υπό τας διαταγάς του λοχαγού Αναστασίου εις τον ΟΤΕ, και ο έφεδρος λοχίας Αλέξ. Φλώρος, περί του οποίου εγένετο λόγος ανωτέρω.
Εκ των ριφθέντων υπό του κατηγορουμένου τούτου βλημάτων προς την πολυκατοικίαν της οδού Αιγύπτου εφονεύθη ο Μάρκος Καραμανής, πληγείς εις την κεφαλήν καιρίως και ετραυματίσθη επίσης εις την κεφαλήν ο Χρ. Μηλιαράκης. Εκ των προς την οδόν Κότσικα ριφθέντων πυροβολισμών επλήγη καιρίως ο διερχόμενος την στιγμήν εκείνην νεαρός Αλέξανδρος Σπαρτίδης, όστις και απεβίωσε, συνεπεία του σοβαρού τραύματος, το οποίον προεκάλεσε το βλήμα, εισελθόν εκ της ωμοπλάτης και εξελθόν εκ της κοιλίας. Την σκηνήν της ανθρωποκτονίας του Σπαρτίδη αντελήφθη και ο Αθαν. Παλιούρας, εις τον οποίον ο παθών, πριν εκπνεύση, ανεκοίνωσε το όνομά του και το τηλέφωνον της οικίας του πατρός του και τον παρεκάλεσε να ειδοποιήσει τους οικείους του.
Ο κατηγορούμενος δεν ηρνήθη, κατά την απολογίαν του και εις την προδικασίαν και εις το ακροατήριον, ότι επυροβόλησεν, ουχί με τυφέκιον αλλά με το περίστροφόν του, ισχυρισθείς όμως ότι επυροβόλησεν εις τον αέρα και περαιτέρω, ότι επυροβόλησεν διότι εδέχθη το τμήμα του πυροβολισμούς εκ του έναντι κτιρίου και ότι τα εκείθεν προελθόντα βλήματα άφησαν ίχνη εις τον τοίχον του κτιρίου του ΟΤΕ.
Αμφότεροι οι ισχυρισμοί ούτοι διεψεύσθησαν υπό των εξετασθέντων μαρτύρων».
Βάσει νόμου, στον Λυμπέρη επεβλήθη κάθειρξη συνολικά 25 ετών, και αποστέρηση των πολιτικών δικαιωμάτων για 10 χρόνια.
Ο Λυμπέρης τελικά εξέτισε ποινή είκοσι ετών. Συγκρατούμενος με τον Γεώργιο Παπαδόπουλο που βρισκόταν στην ίδια φυλακή δημιούργησε στενές σχέσεις μαζί του και είχε αναλάβει ρόλο υπασπιστή του. Τώρα πολιτεύεται μεταξύ του ΛΑΟΣ και του Εθνικού Μετώπου.

Πηγές :





Πέμπτη, 16 Νοεμβρίου 2017

Δημήτριος Τόφαλος, ο Θρυλικός αθλητής της άρσης βαρών




Δημήτριος Τόφαλος, ο Θρυλικός αθλητής της άρσης βαρών.

O Δημήτριος Τόφαλος (Πάτρα, 14 Απριλίου 1882- Πάτρα, 15 Νοεμβρίου 1966 ήταν αθλητής της άρσης βαρών.

Γεννήθηκε στην Πάτρα το 1882 (κατά άλλους το  1884) και από νεαρή ηλικία φάνηκαν οι φυσικές του δυνατότητες. Όλη η πόλη μιλούσε γι’ αυτόν και το πώς επέζησε από ένα σοβαρό ατύχημα.
Το 1894 και σε ηλικία 12 ετών ο μικρός Δημήτρης έπαιζε κοντά στις σιδηροδρομικές γραμμές, όταν ένα βαγόνι ήρθε κατά πάνω του και του συνέτριψε το χέρι. Στο νοσοκομείο οι γιατροί επέμεναν να προχωρήσουν σε ακρωτηριασμό του χεριού του. Ο πατέρας του αρνήθηκε και στην πορεία του χρόνου δικαιώθηκε. Το χέρι του γιου του σώθηκε, αλλά παρέμεινε μικρότερο από το άλλο. Η μικρή αυτή αναπηρία δεν τον εμπόδισε μετέπειτα να γίνει σπουδαίος αθλητής και να καταφέρει να πετύχει όλα αυτά τα κατορθώματα τον καταξίωσαν
Το 1899 γράφτηκε στη Γ.Ε. Πατρών, μετέπειτα Παναχαϊκή, και ασχολήθηκε με την άρση βαρών. Το 1904 ήταν πανέτοιμος για τη μεγάλη διάκριση στους Ολυμπιακούς Αγώνες του Αγίου Λουδοβίκου. Δύο χρόνια αργότερα στη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας (9-19 Απριλίου 1906) κατέκτησε το χρυσό μετάλλιο στο αγώνισμα της Άρσης Βαρών με τα δύο χέρια. Σήκωσε 142,5 κιλά, επικρατώντας έπειτα από σκληρή διήμερη μάχη του αυστριακού Γιόζεφ Στάινμπαχ.


Το ρεκόρ που κατέρριψε ήταν δικό του από το 1904. Δεν ευτύχησε όμως να λάβει μέρος στην Ολυμπιάδα του 1904 στο Σαιντ Λούις καθώς αρρώστησε κατά τη διάρκεια του ταξιδιού και αναγκάστηκε να νοσηλευτεί σε νοσοκομείο στην Αμβέρσα του Βελγίου. Μέγιστη ατυχία, αν αναλογιστεί κανείς πως για να πραγματοποιήσει το ταξίδι έγινε έρανος ώστε να συγκεντρωθεί το ποσό που χρειαζόταν, το οποίο ήταν υπέρογκο για την εποχή.
Κατά την επιστροφή του στην Πάτρα μετά τη Μεσολυμπιάδα της Αθήνας, 6.000 φίλαθλοι του επιφύλαξαν αποθεωτική υποδοχή στο σιδηροδρομικό σταθμό της πόλης, εκεί όπου πριν από 12 χρόνια είχε το ατύχημα, που παρ’ ολίγο να του κοστίσει τη ζωή. Ο Τόφαλος δεν μπόρεσε  όμως να συμμετάσχει σε Ολυμπιακούς Αγώνες, καθώς το 1908 στο Λονδίνο η άρση βαρών δεν συμπεριλαμβανόταν στο επίσημο πρόγραμμα.


Τον ίδιο χρόνο 1906 εγκαταστάθηκε στις ΗΠΑ και για βιοποριστικούς λόγους ασχολήθηκε με την ελευθέρα πάλη (κατς). Έγινε γνωστός για το πείσμα του, παρά για τη δύναμή του. Χαρακτηριστική περίπτωση αποτελεί ο αγώνας του με τον παγκόσμιο πρωταθλητή Φρανκ Γκοτζ. Ο αντίπαλός του με μια λαβή του έσπασε το χέρι και ο Τόφαλος, σφαδάζοντας από τους πόνους, αγωνίστηκε μέχρι τέλους, χωρίς να εγκαταλείψει τη μάχη. Η επιμονή του αυτή του στοίχισε τρεις μήνες νοσηλείας, αλλά τον έκανε διάσημο.



Μετά την αποχώρησή του από τα ταπί έγινε μάνατζερ του πασίγνωστου έλληνα κατσέρ Τζιμ Λόντου, τον οποίον συνόδευσε στην Αθήνα το 1930 για τον αγώνα του κατά του Ζιμπίνσκι στο Παναθηναϊκό Στάδιο. Ο Τόφαλος υπήρξε εκ των ιδρυτών του ελληνοαμερικανικού αθλητικού συλλόγου της Νέας Υόρκης «Ερμής».
Το 1952 διάσημος πλέον, επέστρεψε στην πόλη της Πάτρας όπου έζησε μέχρι το τέλος της ζωής του ( Πάτρα στις 15 Νοεμβρίου 1966).
Στην καριέρα του κατέκτησε 140 έπαθλα στην άρση βαρών και 251 στην ελευθέρα πάλη (κάτς). Η γενέτειρά του Πάτρα τον τίμησε, δίνοντας το όνομά του σε οδό και σε κλειστό γυμναστήριο στη συνοικία Προάστιο (Μποζαΐτικα) της Πάτρας.
Ο Δημήτριος Τόφαλος ήταν ιδιαίτερα εύσωμος. Για τον λόγο αυτό, το επώνυμό του επικράτησε να χρησιμοποιείται ως χαρακτηριστικό των ανθρώπων μεγάλου ύψους και βάρους («είναι Τόφαλος»).

Το καταραμένο Τζαμί της Πλατείας Μοναστηρακίου



Το καταραμένο Τζαμί της Πλατείας Μοναστηρακίου

Η ιστορία ενός εκ των σημαντικότερων μνημείων της Αθήνας

Στην Πλατεία Μοναστηρακίου βρίσκεται ένα από τα σημαντικότερα νεότερα μνημεία της Αθήνας, το Μουσουλμανικό τέμενος Τζισταράκη, το οποίο σήμερα αποτελεί παράρτημα του Μουσείου Ελληνικής Λαϊκής Τέχνης.
Το Τζαμί της Πλατείας Μοναστηρακίου χτίστηκε το 1759 από τον Οθωμανό Βοεβόδα των Αθηνών Τζισδαράκη. Παλιά ονομαζόταν Τζαμί του «Κάτω Σιντριβανιού», από το σιντριβάνι που βρισκόταν εκεί κοντά, ενώ ολόκληρη η περιοχή ήταν γνωστή ως «Κάτω Παζάρι».
Σύμφωνα με τη mixanitouxronou, o Τζισταράκης, για να εξασφαλίσει τον απαραίτητο ασβέστη για την ανέγερση του τζαμιού, γκρέμισε έναν κίονα από τον διπλανό ναό του Ολυμπίου Διός. Τότε, σύμφωνα με τον θρύλο, ξεκίνησε η κατάρα.
Οι Τούρκοι δε συμφωνούσαν με οποιαδήποτε μετακίνηση ή καταστροφή αρχαίων μνημείων καθώς θεωρούσαν μια τέτοια πράξη ιερόσυλη και πίστευαν ότι προκαλούσε συμφορές. Οι βέβηλοι μάλιστα τιμωρούνταν αυστηρά.


Ο Τζισταράκης προσπάθησε να αποφύγει τις συνέπειες της πράξης του. Για να δωροδοκήσει τον πασά του Ευρίπου, που ήταν ανώτερός του και υπεύθυνος για την Αθήνα, του έστειλε δεκάδες πουγκιά, γεμάτα με γρόσια. Η πράξη του όμως, ήταν ασυγχώρητη και ο Τζισταράκης καθαιρέθηκε.
Οι Τούρκοι δεν μπορούσαν να εμποδίσουν την κατάρα, που πίστευαν ότι απελευθερώθηκε από τη γη, με το γκρέμισμα της κολόνας. Έτσι, όταν την ίδια χρονιά εμφανίστηκε πανώλη, θεωρήθηκε πως ήταν η κατάρα της βεβήλωσης του αρχαίου ναού.


 Κατά τη διάρκεια της Ελληνικής Επανάστασης του 1821, το κτίριο χρησιμοποιήθηκε σαν αίθουσα συνεδριάσεων για την τοπική δημογεροντία. Μετά την ανεξαρτησία της Ελλάδας χρησιμοποιήθηκε ποικιλοτρόπως: εκεί διεξάχθηκε χορός προς τιμήν του βασιλιά Όθωνα το Μάρτιο του 1834 και μετά χρησιμοποιήθηκε ως στρατώνας, φυλακή και αποθήκη.
Το 1915 ανακατασκευάστηκε εν μέρει υπό την επίβλεψη του αρχιτέκτονα Αναστάσιου Ορλάνδου και χρησιμοποιήθηκε για να στεγάσει το «Μουσείον Ελληνικών Χειροτεχνημάτων»· από το 1918 (μετονομάστηκε σε «Εθνικόν Μουσείον Κοσμητικών Τεχνών») μέχρι το 1973. 



Σημειωτέον ότι το 1966 η τότε Ελληνική κυβέρνηση έδωσε εντολή να ευπρεπιστεί και να ανοίξει το κλειστό τζαμί στο Μοναστηράκι, προκειμένου ο εξόριστος βασιλιάς της Σαουδικής Αραβίας Σαούντ να ασκήσει τα θρησκευτικά του καθήκοντα. Η φωνή του ιμάμη που ήρθε από τη Θράκη «τρέλανε» τους Αθηναίους, οι οποίοι δεν είπαν κουβέντα για να μην ενοχληθεί ο υψηλός επισκέπτης....

Το 1973 η μόνιμη έκθεση και τα γραφεία του Μουσείου Ελληνικής Τέχνης μεταφέρθηκαν στην οδό Κυδαθηναίων 17, ενώ στο τζαμί παρέμεινε συλλογή κεραμικών τα οποία είχαν δωριθεί από τον Β. Κυριαζόπουλο. Το κτίριο υπέστη ζημιές από σεισμό το 1981 και άνοιξε πάλι για το κοινό το 1991.